Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ  

Μετά την κατάληψη της Ακροπόλεως, ο Ξέρξης έστειλε στα Σούσα, στον αντιβασιλέα  Αρτάβανο, αγγελιαφόρο για να αναγγείλει τη νίκη. Αλλά ο σκοπός της εκστρατείας δεν είχε ακόμη εκπληρωθεί. Ό Πέρσης μονάρχης απέβλεπε στην υποταγή ολόκληρης της Ελλάδος και έπρεπε να επιτεθεί με oλες τις δυνάμεις εναντίον των Ελλήνων στην τρίτη και σπουδαιότερη και τελευταία αμυντική τους γραμμή, στον Ισθμό.

Πράγματι, μετά την πτώση των Θερμοπυλών, μόνη αμυντική γραμμή έμεινε για τους Έλληνες ο Ισθμός. Σύμφωνα με τις στρατηγικές αντιλήψεις της εποχής, οι ΄Έλληνες έπρεπε να υπερασπισθούν και αυτή τη γραμμή (όπως προηγουμένως τις Θερμοπύλες) όχι μόνο από την ξηρά, αλλά και από τη θάλασσα. Αλλά η θαλάσσια αμυντική γραμμή που προστάτευε τον Ισθμό βρισκόταν στον Σαρωνικό κόλπο και ήταν πολύ εκτεταμένη :΄Ηράκλειον ( Πέραμα), Σαλαμίς, Αίγινα, Πώγων (Πόρος, το λιμάνι της Τροιζήνος).

Πριν από την κατάληψη των Αθηνών ο ελληνικός στόλος έπρεπε να προστατεύει ολόκληρο τον Σαρωνικό, δηλαδή να κρατά μια γραμμή στην ανοικτή θάλασσα, χωρίς νησιωτικά σημεία στηρίξεως, από το ακρωτήριο της Ευβοίας Γεραιστό (ή το Σούνιο) ως το ακρωτήριο Σκύλλαιο, που αποτελεί το ανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, στην είσοδο του Σαρωνικού. Η γραμμή Γεραιστού - Σκυλλαίου ήταν το όριο της ασφαλείας της Αττικής και ίσως και ή σφαίρα επιρροής των Αθηναίων. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι οι Αθηναίοι όρισαν (481/0) τοις όστρακιζομένοις έντός Γεραιστού και Σκυλλαίου κατοικείν ή άτιμους είναι καθάπαξ, για να μην μπορούν οι εξόριστοι να καταφύγουν στους Πέρσες. Άλλα μια τέτοια γραμμή ήταν θεωρητική, γιατί οι Έλληνες δεν μπορούσαν να την υπερασπίσουν.

Ο ελληνικός στόλος, μετά την κατάληψη της Αττικής από τους Πέρσες, συγκεντρώθηκε σε τρία σημεία : στη Σαλαμίνα πιθανότατα ο κύριος όγκος, ένα μικρότερο τμήμα (με τα περισσότερα αιγινήτικα πλοία) έμεινε να φύλαξει την Αίγινα και ένα τρίτο τμήμα συγκεντρώθηκε στον Πώγωνα (στον Πόρο). Ποια ήταν ακριβώς ή κατανομή των δυνάμεων δεν είναι γνωστό. Ο Ηρόδοτος μας λέγει ότι πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνος όλες οι δυνάμεις, έκτος από λίγα αιγινήτικα πλοία, συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα. Επιτρέπεται ίσως κάποια αμφιβολία αν η μοίρα του στόλου, που ήταν συγκεντρωμένη στον Πώγωνα, ήλθε ολόκληρη στη Σαλαμίνα. Λογικά μια μικρή δύναμη έπρεπε να επιτηρεί και να ανιχνεύει τις κινήσεις του περσικού στόλου, για να αποτρέψει ενδεχόμενη αποβατική επιχείρηση είτε στη νότια ακτή του Σαρωνικού (Ισθμός - Τροιζήν), είτε νοτιότερα, στις ακτές της Αργολίδος.

Ο περσικός στόλος δεν μπορούσε ασφαλώς να κινηθεί απολύτως ανεξάρτητα από τον στρατό. Έπρεπε να βρίσκεται πάντοτε κοντά σε στεριά με λιμάνια κατεχόμενα από τον περσικό στρατό, για να τα χρησιμοποιεί ως βάσεις. Ο στόλος θα μπορούσε βέβαια να καταλάβει ένα ελληνικό νησί αφύλακτο ή να μεταχειριστεί ως βάση μια φιλοπερσική ελληνική πόλη. Αλλά μια θαλάσσια επιδρομή των Περσών στον νότιο Σαρωνικό, από τις βάσεις του Πειραιώς και του Φαλήρου, φαινόταν δύσκολη και επικίνδυνη επιχείρηση. Έτσι ο περσικός στόλος έπρεπε είτε να περιμένει στο Φάληρο, ώσπου να εξασφάλισει με την προέλαση του στρατού ένα λιμάνι για βάση πιο κοντά στον Ισθμό, είτε να κινηθεί ανεξάρτητα από τον στρατό προς τις ακτές του ΄Αργους, όπου υποτίθεται ότι θα εύρισκε φιλική υποδοχή, αλλά απ΄ όπου δεν θα μπορούσε εύκολα να βοηθήσει τις επιχειρήσεις του στρατού στον Ισθμό. Έτσι η πιο φρόνιμη τακτική του στόλου ήταν να αγκυροβολήσει στο Φάληρο και στον Πειραιά και να περιμένει.

Κατά τον Ηρόδοτο, ο Ξέρξης συνεκάλεσε στο Φάληρο πολεμικό συμβούλιο και ζήτησε από τους αρχηγούς του στόλου τη γνώμη τους για τις παραπέρα πολεμικές ενέργειες. Όλοι εισηγήθηκαν επίθεση. Η Αρτεμισία όμως, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, πρότεινε στον Ξέρξη το έξης σχέδιο : Αν δεν βιαστείς να δώσεις ναυμαχία, αλλά κράτησεις τα πλοία σου εδώ μένοντας κοντά στη στεριά ή προχώρησεις στην Πελοπόννησο, εύκολα θα επιτευχθεί ο σκοπός της εκστρατείας σου. Γιατί οι Έλληνες δεν μπορούν να αντισταθούν πολύ χρόνο, αλλά θα τους διασκορπίσεις και ο καθένας θα φύγει στην πόλη του  γιατί ούτε τροφές έχουν σε αυτή τη νήσο, όπως έχω πληροφορηθεί, ούτε είναι φυσικό, αν συ προχωρήσεις με τον στρατό σου εναντίον της Πελοποννήσου, να μείνουν ακίνητοι όσοι έχουν έλθει από εκεί, ούτε θα ενδιαφερθούν να ναυμαχήσουν για τους Αθηναίους. Αν όμως βιαστείς και πολεμήσεις αμέσως, φοβούμαι μήπως, αν πάθει κακό ο στόλος, ζημιωθεί το πεζικό.

Δεν έχει σημασία αν την   άποψη   αυτή διετύπωσε ή όχι η Αρτεμισία. Σημασία έχει ότι οι Έλληνες έβλεπαν ότι ο Ξέρξης μπορούσε να ακολουθήσει μια πιο συνετή πολιτική. Ο Ξέρξης όμως υιοθέτησε άλλο σχέδιο, γιατί πιθανότατα βιαζόταν να απόσπασει τη νίκη, προτού έλθει ο χειμώνας, και γιατί θεώρησε ως μοναδική ευκαιρία το γεγονός ότι οι Έλληνες κλείσθηκαν μόνοι τους στη Σαλαμίνα.  

 

Από την ξηρά ήδη οι Πελοποννήσιοι, πού στρατοπέδευσαν στον Ισθμό με αρχηγό τον αδελφό του Λεωνίδα Κλεύμβροτο, έφραξαν τον δρόμο που οδηγούσε από τα Μέγαρα στον Ισθμό (συγχώσαντες την Σκιρωνίδα οδό) και άρχισαν να τειχίζουν τον Ισθμό.

Άλλα και τα Μέγαρα δεν ήταν εύκολο να καταληφθούν, γιατί είχαν ισχυρό τείχος και ήταν ενωμένα  με τείχος με το επίνειο τους τη Νίσαια. Πάντως οι Πέρσες δεν επεχείρησαν να τα καταλάβουν. Έτσι αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι η προέλαση από ξηράς προς τον Ισθμό ήταν δύσκολη ή αδύνατη επιχείρηση, τότε η απόφαση του Ξέρξη να ναυμαχήσει θα ήταν ή μόνη δυνατή λύση.

΄Όπως ορθά παρατηρεί ο R.Custance, για να μπόρεσει ο στόλος του βασιλέως να φθάσει στον Ισθμό έπρεπε ή να καταστρέψει τον ελληνικό στόλο πού είχε συγκεντρωθεί στη Σαλαμίνα, ή να αφήσει στον Σαρωνικό μια δύναμη για να εξουδετέρωσει τη δράση του, αφού αλλιώτικα ο πολύ σημαντικός ανεφοδιασμός των Περσών από τη θάλασσα θα μπορούσε να διακοπεί. Αν όμως δίχαζε τον στόλο, θα έχανε την αριθμητική υπεροχή. Δεν απέμενε λοιπόν άλλη λύση από την αναμέτρηση.

Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητο γιατί ο κύριος όγκος του περσικού στόλου, όταν ήλθε ή ώρα της προελάσεως προς τον Ισθμό, διάλεξε αυτό το στενό πέρασμα ανάμεσα στην Αττική και στη Σαλαμίνα και όχι τη σχετικά ανοικτή θάλασσα ανάμεσα στην Σαλαμίνα και την Αίγινα.

Σύμφωνα με την τακτική της εποχής, στρατός και στόλος όφειλαν να προχωρήσουν παράλληλα σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Οι Πέρσες δίσταζαν να δώσουν μια ναυμαχία στα ανοικτά ή να έχουν πίσω τους τη δυνατή ελληνική μοίρα της Σαλαμίνος. Και περισσότερο ίσως δίσταζαν να διασπάσουν τον στόλο τους σε δύο μοίρες, με διαφορετικούς αντικειμενικούς σκοπούς.

Θεωρητικά δεν αποκλείεται βέβαια να τους παρέσυραν οι Έλληνες στο στενό (στρατήγημα του Θεμιστοκλέους). Το πιθανότερο όμως είναι, σύμφωνα με όσα είδαμε, ότι οι Πέρσες, στην προσπάθεια τους να επιτύχουν ευνοϊκή έκβαση του αγώνος, συνέλαβαν το σχέδιο να καταστρέψουν αιφνιδιαστικά τα ελληνικά πλοία πού ήταν συρμένα στις αμμουδιές ή αγκυροβολημένα στους κόλπους της βόρειας ακτής της Σαλαμίνος. Με αλλά λόγια το περσικό σχέδιο απέβλεπε πιθανότατα σε μια νίκη όμοια με τη νίκη των Ελλήνων στη Μυκάλη (479 π.Χ.), του Κίμωνος στον Ευρυμέδοντα (468 π.Χ.) ή του Λυσσάνδρου στους Αιγός Ποταμούς (404 π.Χ.). Μετά από την αιφνιδιαστική επίθεση και καταστροφή του ελληνικού στόλου, το σχέδιο, σε μια δεύτερη φάση, θα απέβλεπε στην κατάληψη της Σαλαμίνος, πού την υπεράσπιζε ασφαλώς αν όχι ολόκληρος ο αθηναϊκός στρατός, τουλάχιστον ένα πολύ ισχυρό τμήμα του (πιθανότατα με αρχηγό τον Αριστείδη).

Η κατάληψη της Σαλαμίνος από τους Πέρσες, μετά την καταστροφή του ελληνικού στόλου, θα άνοιγε ασφαλώς τον δρόμο για τον Ισθμό. Ο διπλός αντικειμενικός σκοπός των Περσών, δηλαδή από το ένα μέρος ή καταστροφή του ελληνικού στόλου με αιφνιδιασμό και από το άλλο ή κατάληψη της Σαλαμίνος, εξηγεί την είσοδο του περσικού στόλου στο στενό τη νύκτα. Πολύ έχει συζητηθεί και γενικά έχει απορριφθεί ή πληροφορία ότι ο Ξέρξης επεχείρησε να επιχωμάτωσει ή και να γεφυρώσει με πλοία το στενό ανάμεσα στη Σαλαμίνα και στην Αττική. Ό Ηρόδοτος τοποθετεί την επιχείρηση αυτή της επιχωματώσεως και ζεύξεως μετά τη ναυμαχία σαν στρατήγημα του Ξέρξη, για να απόκρυψει την πρόθεση του να εγκατάλειψη την Ελλάδα και να δώσει έτσι στους Έλληνες την εντύπωση ότι σκόπευε να προσπαθήσει για δεύτερη φορά να καταλάβει τη νήσο. Οι νεώτεροι ιστορικοί ή δέχτηκαν την πληροφορία αυτή, όπως παραδίδεται από τον Ηρόδοτο, ή την απέρριψαν τελείας. Οι αρχαίοι όμως ιστορικοί, είτε επειδή διέθεταν και άλλες πηγές εκτός από τον Ηρόδοτο, είτε επειδή θεώρησαν δυνατή μια τέτοια επιχείρηση, αλλά την έκριναν τελείως άσκοπη μετά τη ναυμαχία, την τοποθέτησαν πριν από αυτήν. Έτσι ο Κτησίας και ο Στράβων αναφέρουν ότι ο Ξέρξης επεχείρησε να επιχωμάτωσει τον πορθμό (πλάτους δύο σταδίων, κατά τον Στράβωνα), για να καταλάβει τη Σαλαμίνα με στρατό. Μια τέτοια όμως επιχείρηση επιχωματώσεως του πορθμού ήταν ασφαλώς αδύνατη για λόγους τεχνικούς. Γι' αυτό ίσως ο ιστορικός Αριστόδημος παραδίδει κάτι πιθανότερο, ότι δηλαδή ο Ξέρξης επεχείρησε να γεφύρωσει με πλοία τον πορθμό για να πέρασει στη Σαλαμίνα, με τον ίδιο τρόπο πού πέρασε τον Ελλήσποντο. Και οι τρεις συμφωνούν ότι ή επιχείρηση δεν (ολοκληρώθηκε και ότι ο Ξέρξης αναγκάσθηκε να ναυμαχήσει. ΄Αν λοιπόν η πληροφορία αυτή, όπως παραδίδεται από τους παραπάνω ιστορικούς, είναι ακριβής, η γεφύρωση εμποδίστηκε από την παρουσία του ελληνικού στόλου στη Σαλαμίνα.

Από την ελληνική πλευρά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Θεμιστοκλής είναι εκείνος που αντελήφθη τα μεγάλα πλεονεκτήματα της θαλάσσιας αμυντικής γραμμής, και ιδιαίτερα της Σαλαμίνος. Το νησί αυτό, το μόνο εδαφικό τμήμα του αθηναϊκού κράτους πού δεν υποδουλώθηκε στους Πέρσες, χρησίμευε ως καταφύγιο για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αττικής, ως στρατιωτική βάση στα νώτα του περσικού στρατού σε περίπτωση προελάσεως προς τον Ισθμό, και αποτελούσε, με τις προφυλαγμένες από τους ανέμους ακτές του απέναντι από την Αττική, ιδεώδη βάση για το ελληνικό ναυτικό, πού κάλυπτε από τη θάλασσα τον Ισθμό.

Σε μια ή σε περισσότερες συσκέψεις των αρχηγών των στόλων των πόλεων ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να πείσει την πλειοψηφία των ναυάρχων για την καταλληλότητα της θέσεως της Σαλαμίνος. Πολλές από τις πληροφορίες του Ηροδότου για τον αριθμό των συνεδριάσεων, για τις προστριβές του Θεμιστοκλέους με τους άλλους ναυάρχους, για τον πανικό των Ελλήνων πριν από τη ναυμαχία, φαίνονται να ανήκουν ως ένα σημείο σε έναν κύκλο ανεκδότων πού αναφέρονται στον Θεμιστοκλή.

Αλλά ανεξάρτητα από αυτά τα ανέκδοτα, τα επιχειρήματα πού ο Ηρόδοτος αποδίδει στον Θεμιστοκλή, όταν απευθύνεται στον Ευρυβιάδη, συμφωνούν με όσα παραδίδονται για τις ικανότητες του Αθηναίου ηγέτη : αν συγκρουσθείς κοντά στον Ισθμό, θα ναυμαχήσεις σε ανοικτό πέλαγος, όπου ελάχιστα μας συμφέρει, γιατί έχουμε πλοία βαρύτερα και λιγότερα, θα χάσεις μάλιστα τη Σαλαμίνα και τα Μέγαρα και την Αίγινα, ακόμη κι αν επιτύχομε. Γιατί ο πεζικός στρατός των Περσών θα ακολουθήσει το ναυτικό τους. Και έτσι εσύ ο ίδιος θα τους φέρεις στην Πελοπόννησο και θα φέρεις σε κίνδυνο όλη την Ελλάδα. Αν όμως δεχθείς αυτά που σου προτείνω, θα έχεις τα εξής πλεονεκτήματα : πρώτα από όλα, πολεμώντας στο στενό με λίγα πλοία εναντίον πολλών, αν ή μάχη έχει τη φυσική της έκβαση, θα νικήσουμε μεγάλη νίκη (γιατί είναι δικό μας πλεονέκτημα να γίνει ή ναυμαχία σε στενό, ενώ είναι δικό τους να γίνει σε ανοικτή θάλασσα), και θα σωθεί ή Σαλαμίς, όπου βρίσκονται σε ασφάλεια οι γυναίκες και τα παιδιά μας. Και κοντά στα άλλα υπάρχει και εκείνο το πλεονέκτημα, στο όποιο δίνεται ή μεγαλύτερη σημασία : μένοντας εδώ θα ναυμαχήσεις για την Πελοπόννησο, όπως αν πολεμούσες κοντά στον Ισθμό. Έτσι, αν σκεφθείς ορθά, δεν θα φέρεις τον εχθρό στην Πελοπόννησο. Αν συμβούν όσα ελπίζω και νικήσουμε με τα πλοία μας, οι βάρβαροι δεν θα έλθουν στον Ισθμό, ούτε θα προχωρήσουν πέρα από την Αττική, αλλά θα φύγουν άτακτα και θα κερδίσουμε τα Μέγαρα, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα, όπου ένας χρησμός προφητεύει ότι θα καταβάλουμε τους εχθρούς...

Ό Πλούταρχος αναφέρει και το έξης ανέκδοτο μεταξύ Ευρυβιάδη και Θεμιστοκλέους κατά τη διάρκεια του πολεμικού συμβουλίου:

Θεμιστοκλή, είπε ο Ευρυβιάδης, στους αθλητικούς αγώνες ραπίζουν εκείνους πού ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα.

Ναι, απάντησε ο Θεμιστοκλής, αλλά και εκείνους πού καθυστερούν δεν τους στεφανώνουν.

Οργισμένος ο Ευρυβιάδης ύψωσε τη ράβδο του να κτυπήσει τον Θεμιστοκλή. 'Αλλά ο Αθηναίος στρατηγός είπε ήρεμος :

Πάταξον μεν, άκουσον δε !.

Είναι φανερό ότι στη σύλληψη και την εκτέλεση του σχεδίου της ναυμαχίας της Σαλαμίνος ο Θεμιστοκλής έδειξε όλες τις ικανότητες του, τη μεγαλοφυΐα και το σθένος του. Είχε αντιληφθεί ότι το στενό της Σαλαμίνος, όπου ο ελληνικός στόλος δεν κινδύνευε να κυκλωθεί από τις ισχυρότερες του περσικές δυνάμεις, ήταν ή κατάλληλη θέση για την αποφασιστική σύγκρουση. Και επειδή ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να συγκράτησει τον ελληνικό στόλο στα νερά της Σαλαμίνος, έγινε ο πρωτεργάτης της νίκης.

Από τη διήγηση του Ηροδότου βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Θεμιστοκλής συνάντησε πολλές δυσκολίες και αντιδράσεις για να επιτύχει την εφαρμογή του σχεδίου του.

Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσε σύγχυση και αβεβαιότης. Ό Ηρόδοτος στη διήγηση του αποδίδει τη δραματική ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών.

Ό Ηρόδοτος αναφέρει ότι σε μια πρώτη σύσκεψη των στρατηγών, πού έγινε μόλις συγκεντρώθηκε ο στόλος στη Σαλαμίνα, η πλειοψηφία είχε τη γνώμη να πλεύσουν προς τον Ισθμό και να ναυμαχήσουν για την προάσπιση της Πελοποννήσου, γιατί, αν έχαναν τη μάχη σε ναυμαχία στη Σαλαμίνα, ο περσικός στόλος θα προχωρούσε σε αποκλεισμό της νήσου και δεν θα μπορούσαν να δεχθούν βοήθεια. Ενώ στον Ισθμό θα είχαν τη δυνατότητα να καταφύγουν στους δικούς τους. Ενώ συζητούσαν ακόμη, ένας Αθηναίος, πού πέρασε από την Αττική στη Σαλαμίνα, έφερε την είδηση ότι οι βάρβαροι κατέλαβαν και πυρπολούσαν όλη την Αττική. Πάντως το πολεμικό συμβούλιο δεν έλαβε καμία απόφαση. Αλλά, όταν υστέρα από μερικές ημέρες ήλθε ή αγγελία της κατάληψης της Ακροπόλεως, ταραχή κατέλαβε τους "Έλληνες. Πολλοί στρατηγοί επιβιβάσθηκαν στα πλοία τους για να πλεύσουν προς τον Ισθμό, ενώ άλλοι συνεδρίαζαν και έπαιρναν την απόφαση να ναυμαχήσουν. Ως εδώ ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τίποτε για τη στάση του Θεμιστοκλέους. Η σιωπή του πρέπει να σημαίνει οτι ο Αθηναίος στρατηγός δέχθηκε την απόφαση, χωρίς να αντίδρασει καθόλου στο συμβούλιο, πράγμα τελείως απίθανο, αφού ο Θεμιστοκλής, κατά τη διήγηση του ίδιου του Ηροδότου, είχε πολύ νωρίτερα προβλέψει τη νίκη της Σαλαμίνος.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν ο Αθηναίος Μνησίφιλος έμαθε από τον Θεμιστοκλή την απόφαση των Ελλήνων να ναυμαχήσουν στον Ισθμό, τον συμβούλευσε να μεταπείσει τον Ευρυβιάδη. Ασφαλώς, του είπε, αν φύγουν τα πλοία από τη Σαλαμίνα, δεν θα ναυμαχήσεις πια για την πατρίδα" γιατί καθένας θα φυγή στην πόλη του και ούτε ο Ευρυβιάδης, ούτε κανείς άλλος θα μπόρεση να τους συγκράτησει, ώστε να μη διασκορπιστεί ο στόλος. Και ή Ελλάς θα καταστραφεί από την απερισκεψία μας. Αλλά, αν υπάρχει κάποιος τρόπος, πήγαινε και προσπάθησε να ανατρέψεις τις αποφάσεις. Ίσως μπόρεσης να πείσεις τον Ευρυβιάδη να αλλάξει γνώμη, ώστε να μείνει εδώ.

Ό Θεμιστοκλής ακολούθησε, κατά τον Ηρόδοτο, τη συμβουλή του Μνησιφίλου και πέτυχε να μεταπείσει τον Ευρυβιάδη, ο όποιος συνεκάλεσε νέα συνεδρίαση των στρατηγών. (Ή εκδοχή αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή, γιατί αποδίδοντας την ιδέα στον Μνησίφιλο αφαιρεί από τον Θεμιστοκλή μέρος από τη δόξα και την τιμή για το σχέδιο της ναυμαχίας).

Στο νέο συμβούλιο ο Θεμιστοκλής εξέθεσε τους λόγους που επέβαλαν να δοθεί ή ναυμαχία στη Σαλαμίνα. Αλλά ο ναύαρχος των Κορινθίων Αδείμαντος ζήτησε από τον Ευρυβιάδη να μη θέση σε ψηφοφορία τις προτάσεις ενός ανδρός χωρίς πατρίδα (επειδή η Αθήνα είχε ήδη καταληφθεί από τον εχθρό). Ο Θεμιστοκλής όμως απάντησε ότι και πατρίδα και γη έχει, όποιος διαθέτει διακόσιες εξοπλισμένες τριήρεις, και απείλησε ότι, αν δεν δινόταν ή ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι Αθηναίοι θα μετανάστευαν στη Σίρι της Κάτω Ιταλίας, όπου θα ίδρυαν νέα πόλη.

Με τα επιχειρήματα του και κυρίως με την απειλή του ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να πείσει τον Ευρυβιάδη να δοθεί ή ναυμαχία στη Σαλαμίνα. Μετά την απόφαση του Ευρυβιάδη οι ΄Έλληνες   άρχισαν   τις ετοιμασίες για τη ναυμαχία.

Τα ξημερώματα έγινε σεισμός και οι "Έλληνες αποφάσισαν να προσευχηθούν στους θεούς και να ζητήσουν τη βοήθεια των Αιακιδών, των ηρώων της Αίγινας, καθώς και του Άφαντος και του Τελαμώνος, των προστατών της Σαλαμίνος. Για να επιτύχουν τη βοήθεια των Αιακιδών, έστειλαν με πλοίο θεωρία, δηλ. αποστολή ικεσίας, για να ζήτησει με προσευχές και θυσίες τη βοήθεια αυτών των ηρώων. Ασφαλώς το πλοίο δεν πήγε για να μεταφέρει τα οστά ή τα αγάλματα των Αιακιδών στη ναυμαχία.

Ήταν ή παραμονή της ναυμαχίας και οι "Έλληνες ναύτες ιδιαίτερα οι Πελοποννήσιοι βλέποντας τις περσικές προετοιμασίες, άρχισαν να αμφισβητούν την ορθότητα της αποφάσεως του Ευρυβιάδη, να γίνει αναμέτρηση μακριά από τον Ισθμό. Συγκαλείται και πάλι το συμβούλιο των στρατηγών. Οι γνώμες είναι διχασμένες : οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να πλεύσουν στον Ισθμό, ενώ οι Αθηναίοι, οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς επέμεναν να πολεμήσουν στη Σαλαμίνα.

Άλλα, κατά τον Ηρόδοτο, ενώ συνεχιζόταν το πολεμικό συμβούλιο, ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε ότι θα επικρατούσε ή γνώμη των Πελοποννησίων, βγήκε κρυφά από τη συνεδρίαση και έστειλε στο περσικό στρατόπεδο τον Σίκινο, δούλο και παιδαγωγό των παιδιών του (ο Πλούταρχος τον παρουσιάζει Πέρση, πρέπει όμως να ήταν "Έλληνας, αφού μετά τον πόλεμο έγινε πολίτης των Θεσπιών), με το ακόλουθο μήνυμα για τους στρατηγούς των Περσών : Ό στρατηγός των Αθηναίων, που συμπαθεί τη βασιλική υπόθεση και επιθυμεί τον θρίαμβο σας και όχι τη νίκη των Ελλήνων, με έστειλε κρυφά από τους άλλους Έλληνες να σας πω ότι οι Έλληνες τρομαγμένοι σκέπτονται τη φυγή. Τώρα λοιπόν είναι ή κατάλληλη ευκαιρία να επιτύχετε κατόρθωμα λαμπρότερο από όλα τα άλλα, αν δεν τους αφήσετε να σας φύγουν και να σκορπιστούν. Γιατί ούτε μεταξύ τους είναι σύμφωνοι, ούτε και θα σας αντισταθούν πια, αλλά θα δείτε να πολεμούν μεταξύ τους εκείνοι πού είναι φίλοι σας και οι άλλοι πού είναι εχθροί σας.

Ήδη οι κινήσεις των Περσών είχαν αρχίσει και οι διαταγές είχαν δοθεί, ή ναυμαχία όμως δεν έγινε εκείνη την ήμερα, γιατί τους πρόλαβε ή νύκτα, αλλά την επομένη. Μέσα σε αυτή τη νύκτα τοποθετεί ο Ηρόδοτος χρονικά την αποστολή του Σίκινου, ενώ ο Αισχύλος (που δεν αναφέρει το όνομά του) την τοποθετεί πριν από τις κινήσεις του περσικού στόλου, δηλ. την προηγούμενη ημέρα. Στους Πέρσες του Αισχύλου, τραγωδία πού παίχθηκε πρώτη φορά την άνοιξη του 472 π.Χ., με χορηγό τον νεαρό τότε Περικλή, ο αγγελιαφόρος της συμφοράς λέει στην Άτοσσα, τη μητέρα του Ξέρξη : "Ένας Έλληνας από τον αθηναϊκό στρατό ήλθε και είπε στο γιο σου Ξέρξη τα εξής : όταν θα έλθει το σκοτάδι της μαύρης νύκτας, οι Έλληνες δεν θα μείνουν, αλλά θα πηδήσουν στα πλοία τους, στους πάγκους των κωπηλατών και θα σώσουν τη ζωή τους με κρυφή φυγή ο καθένας σε άλλο μέρος. Ας σημειωθεί ότι το επεισόδιο αυτό του Σίκινου διχάζει τους ιστορικούς : από άλλους κρίνεται ως ανέκδοτο του κύκλου του Θεμιστοκλέους, από άλλους ως αυθεντικό γεγονός.

  Η διεξαγωγή της ναυμαχίας.            

         Οι πρώτες κινήσεις.

 

                     

Οι διαδοχικές φάσεις της ναυμαχίας της Σαλαμίνος. Πρώτος χάρτης: τη νύκτα της παραμονής της συγκρούσεως οι Πέρσες απέκλεισαν την είσοδο και την έξοδο τον στενού και κατέλαβαν την Ψυττάλεια. Δεύτερος χάρτης: ο κύριος όγκος τον περσικού στόλου που ακολούθησε, μπήκε στο στενό τη νύκτα και το πρωί παρατάχθηκε για επίθεση. Αλλά ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Ολόκληρος ο ελληνικός στόλος κινήθηκε εναντίον τον εχθρού και υστέρα από σειρά τακτικών ελιγμών άρχισε η σύρραξη σε μέτωπο τριών χιλιομέτρων περίπου από την Κυννόσουρα ως τη νησίδα "Αγ. Γεώργιος. Τρίτος χάρτης: ή αθηναϊκή μοίρα υπό τον Θεμιστοκλή τρέπει σε φυγή το δεξιό της περσικής παρατάξεως. Τέταρτος χάρτης: ο περσικός στόλος φεύγει καταδιωκόμενος και υφίσταται μεγάλη καταστροφή στο στενό μεταξύ Κυνόσουρας και Κερατσινίου. Το εχθρικό τμήμα πού είχε αποβιβαστεί στην Ψυττάλεια εξοντώνεται από τους οπλίτες του Αριστείδη.

Οι Πέρσες, σύμφωνα με το σχέδιο τους, επεχείρησαν να αιφνιδιάσουν τους Έλληνες. Κινητοποίησαν τη νύκτα τον στόλο τους και μπήκαν στο στενό.Οι κινήσεις εκτελέσθηκαν αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι, γιατί ή σελήνη ήταν στο τελευταίο τέταρτο και θα ανέτελλε στις 2 μετά τα μεσάνυκτα. Η ναυμαχία έγινε πιθανότατα στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., τρεις ή τέσσερις ήμερες πριν από την έκλειψη του ηλίου της 2 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ηροδότου, αμέσως μετά το μήνυμα του Θεμιστοκλέους, οι Πέρσες απεβίβασαν τη νύκτα στην Ψυττάλεια ένα επίλεκτο σώμα. Αποστολή αυτού του σώματος ήταν να περισυλλέξει κατά τη ναυμαχία τους Πέρσες ναυαγούς και να εξόντωση τους Έλληνες ναυαγούς. Ισχυρή δύναμη περσικών πλοίων, το ανατολικό ή αριστερό κέρας, πήρε θέση μάχης κοντά στην Κέο και στην Κυνόσουρα (τη σφηνοειδή χερσόνησο της Σαλαμίνος). Η δύναμη αύτη είχε διπλή αποστολή : ένα τμήμα της έπρεπε να ελέγχει όλο τον πορθμό, για να εμπόδισει έτσι τη φυγή των Ελλήνων προς τα νοτιοανατολικά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της έπρεπε να ακολουθήσει αργότερα τον κύριο όγκο του στόλου.  

Μετά τα μεσάνυκτα ο κύριος όγκος του περσικού στόλου άφησε το Φάληρο με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Με απόλυτη ησυχία μπήκε στο στενό παραπλέοντας την ακτή της Αττικής. Πρώτα προχώρησαν τα φοινικικά πλοία της Τύρου και της Σιδώνος με αρχηγούς τους βασιλείς τους. Ακολούθησαν τα πλοία των άλλων εθνών με αρχηγό τον Αχαιμένη. Τέλος τα πλοία (ιωνικά και καρικά) πού ήταν παρατεταγμένα προς την Κυνόσουρα ακολούθησαν μέσα στο στενό τον κύριο όγκο. 

Την αυγή ή φοινικική εμπροσθοφυλακή είχε φθάσει στην είσοδο του κόλπου της Ελευσίνας, ενώ ή καρική οπισθοφυλακή δεν είχε μπει ακόμη στο στενό. Σε μια έκταση πέντε ως έξι χιλιομέτρων, απλώθηκε συνεχής σειρά πλοίων, ενώ στην ξηρά παρατάχθηκαν περσικά στρατιωτικά τμήματα, για να υποστηρίξουν κοντά στις ακτές τα πλοία και να περισυλλέξουν τους ναυαγούς. Το δεξιό κέρας είχε αποστολή να κύκλωσει τον ελληνικό στόλο, πιθανότατα μέσα στο λιμάνι του αρχαίου οικισμού της Σαλαμίνος (τα σημερινά Αμπελάκια), και να εμπόδισει έτσι τους Έλληνες να διαφύγουν από τη μεριά της Μεγαρίδος. Ο περσικός στόλος έπρεπε λοιπόν να πέρασει από σχηματισμό πορείας σε σχηματισμό μάχης, στρέφοντας το μέτωπο προς τα αριστερά και αναπτύσσοντας τις πτέρυγες του, για να κλείσει τους Έλληνες σαν μέσα σε ένα τεράστιο δίχτυ. Και τότε τίποτε, σύμφωνα με τους περσικούς υπολογισμούς, δεν θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του περσικού στρατού προς τον Ισθμό. Σε μια πλαγιά του Αιγάλεω (ίσως στο Ηράκλειο, το σημερινό Πέραμα) τοποθετήθηκε ο θρόνος του Ξέρξη, για να παρακολούθησει ο Πέρσης μονάρχης τη ναυμαχία.

Κατά τον Έφορο η μαρτυρία του σώζεται στον Διόδωρο ο Ξέρξης έστειλε μοίρα του στόλου του την αιγυπτιακή να περιπλεύσει από το νότιο μέρος τη Σαλαμίνα και να φράξει την έξοδο του ελληνικού στόλου προς τη Μεγαρίδα. Ο Αισχύλος πάλι αναφέρει στους Πέρσες ότι ο Ξέρξης έφραξε και το στόμιο μεταξύ Μεγαρίδος και Σαλαμίνος.

Ο ελιγμός είχε σχεδόν επιτύχει : οι Πέρσες περικύκλωσαν τους Έλληνες τη νύκτα της παραμονής της ναυμαχίας. Ό Ηρόδοτος είναι σαφής : περιέχεσθαι γαρ παν το στρατοπέδων το Ελληνικόν υπό των νέων των Ξέρξεω.

Οι Έλληνες πληροφορήθηκαν εγκαίρως τις κινήσεις του περσικού στόλου από τον Αριστείδη, πού ήλθε τη νύκτα από την Αίγινα και με δυσκολία κατόρθωσε να πέραση από τον κλοιό των περσικών πλοίων, και από τον Τήνιο Αναίτιο Σωσιμένους, που αυτομόλησε από τον περσικό στόλο με την τριήρη του. Έτσι, οι Πέρσες έχασαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Και, αντίθετα, αιφνιδιάσθηκαν οι ίδιοι μάλλον, όταν, σύμφωνα με την περιγραφή του Αισχύλου, ενώ μάταια περίμεναν, καθώς προχωρούσε η νύκτα, να φύγουν οι Έλληνες, άκουσαν ξαφνικά, με την ανατολή του ηλίου, τους ήχους της σάλπιγγας και τον παιάνα να αντηχεί από όλα τα ελληνικά πλοία :

Ώ, παίδες Ελλήνων, ΐτε, έλευθερουτε πατρίδ' έλευθερουτε δε παιδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων άγων.

Η σύγκρουση

Συγχρόνως οι Πέρσες είδαν ολόκληρο τον ελληνικό στόλο να πλέει επιθετικά εναντίον τους. Πράγματι, τα ελληνικά πλοία, μόλις δόθηκε ή διαταγή από τον Ευρυβιάδη, αναπτύχθηκαν στην πλευρά του στενού προς τη Σαλαμίνα και προχώρησαν προς την κατεύθυνση των Περσών. Ή κίνηση αυτή του ελληνικού στόλου αποσκοπούσε στην έγκαιρη εγκατάλειψη του αγκυροβολίου του, και στην αποφυγή έτσι ενδεχομένου κινδύνου εγκλωβισμού του μέσα σε αυτό, καθώς και στην εξασφάλιση άνετου χρόνου, ώστε τα πλοία να παραταχθούν με την καθορισμένη σειρά κατά πόλεις, σε διάταξη μάχης. Η διάταξη αυτή, προσαρμοσμένη στον χώρο και στην παράταξη του αντιπάλου στόλου, ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και συνέβαλε σημαντικά στην τελική νίκη. Στο άκρο δεξιό, στην τιμητική θέση και απέναντι στον ισχυρότατο στόλο των Ιώνων, τάχθηκαν οι δεκαέξι τριήρεις των Σπαρτιατών με τον Ευρυβιάδη, και αμέσως πλάι τους οι τριάντα τριήρεις των Αιγινητών, πού αποτελούσαν εκλεκτό τμήμα του στόλου. Ακολουθούσαν τα πλοία των άλλων ελληνικών πόλεων και στο αριστερό τάχθηκαν οι εκατόν Ογδόντα αθηναϊκές τριήρεις με τον Θεμιστοκλή, το ισχυρότερο δηλαδή τμήμα του στόλου, απέναντι στα πλοία των Φοινίκων, πού ήταν ή εκλεκτότερη μοίρα του περσικού στόλου. Η μοίρα των Κορινθίων, ή τμήμα της, είχε σταλεί να καλύπτει τη βόρεια είσοδο του στενού.

Από την απέναντι πλευρά οι Πέρσες κινήθηκαν για να επιτεθούν κατά των ελληνικών πλοίων, όπως γράφει ο Ηρόδοτος.

Πλέοντας όμως ο ελληνικός στόλος προς τα εμπρός θα συναντούσε σύντομα τον περσικό στόλο στο μέσον περίπου του στενού, σε χώρο αρκετά ανοικτό, ευνοϊκότερο δηλαδή για τους Πέρσες, οι όποιοι θα είχαν έτσι ευχέρεια χρησιμοποιήσεως μεγάλου αριθμού πλοίων στη σύγκρουση και τη δυνατότητα κυκλωτικών ελιγμών από τα δύο άκρα του ελληνικού στόλου. Για να αποτραπεί ακριβώς ή συνάντηση των δύο στόλων στο μέσον του στενού, τα ελληνικά πλοία, με διαταγή της ηγεσίας τους, ανέκοψαν την πορεία τους προς τα  εμπρός και άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω, κωπηλατώντας προς την κατεύθυνση της πρύμνης, χωρίς δηλαδή να αναστραφούν, διατηρώντας σταθερά τις πλώρες προς τον εχθρό, σε τάξη μάχης.

Η κίνηση αυτή προς τα πίσω είχε σκοπό να παρασύρει τον εχθρό να συγκρουσθεί σε ευνοϊκή για τους "Έλληνες θέση. Αλλά, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, η ελληνική ηγεσία ήθελε επίσης να κερδίσει ορισμένο χρόνο, ώσπου να αρχίσει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Θεμιστοκλέους, ο ελαφρός άνεμος πού συνήθως πνέει κάθε πρωί στο στενό και να προκληθεί κυματισμός, ο όποιος, ενώ δεν θα έβλαπτε τις χαμηλές ελληνικές τριήρεις, θα κλυδώνιζε τα πλοία του περσικού στόλου και ιδίως των Φοινίκων, με τις υψηλές πρύμνες και τα υψόροφα καταστρώματα, και θα τις έστρεφε προς τα πλάγια, εκθέτοντας έτσι τα πλευρά τους στους εμβολισμούς των ελληνικών πλοίων.

Ή τακτική αυτή σύμπτυξη έγινε με βραδύτητα και τάξη και χωρίς να χαθεί ή συνοχή του στόλου. Και συνεχίσθηκε ως μια γραμμή, κοντά στις ακτές της Σαλαμίνος, οπού είχαν παραταχθεί οι Αθηναίοι Οπλίτες. Εκεί ο στόλος, παρατεταγμένος σε μέτωπο τριών χιλιομέτρων περίπου, με στήριγμα προς τα δεξιά την Κυνόσουρα και προς τα αριστερά το σημερινό νησί του Αγίου Γεωργίου, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος κυκλώσεως, σταμάτησε για να συγκρουσθεί με τον εχθρό.

Πρώτος ο Αθηναίος Αμεινίας ο Παλληνεύς όρμησε με την τριήρη του και με το έμβολο κτύπησε πλοίο των Φοινίκων. Αμέσως έπειτα τα άλλα αθηναϊκά πλοία προχώρησαν στην ίδια γραμμή, και ή ναυμαχία γενικεύθηκε. Συγχρόνως σχεδόν και στο δεξιό του ελληνικού στόλου οι Αιγινήτες άρχισαν τον αγώνα.

Η στενότης του χώρου και ή περιορισμένη έκταση του μετώπου δεν επέτρεπε στους Πέρσες να χρησιμοποιούν στην πρώτη γραμμή πλοία περισσότερα από τα ελληνικά, τα όποια αντιμετώπιζαν έτσι στη σύγκρουση ίσο περίπου αριθμό εχθρικών πλοίων τους βαρβάρους εξισούμενοι το πλήθος κατά μέρος προσφερόμενους, όπως γράφει Ο Πλούταρχος. "Έτσι στον αγώνα βάρυνε πολύ ή ανδρεία και ή επιδεξιότης των αξιωματικών και των πληρωμάτων και ακόμη περισσότερο ή τακτική των αντιπάλων στόλων, καθώς ή ναυμαχία γινόταν ανάμεσα σε ίσο αριθμό πλοίων κάθε φορά.

Οι ελεύθεροι πολίτες των ελληνικών πόλεων, στις οποίες ή ευψυχία μαζί με την ελευθερία ήταν οι υπέρτατες αξίες, αγωνίζονταν υπέρ βωμών και εστιών με ανδρεία και αυταπάρνηση, που ενέτεινε η μεταξύ τους και μεταξύ των πόλεων άμιλλα.

Άλλα και οι Πέρσες πολεμούσαν με εξαιρετική γενναιότητα και πολύ καλύτερα από ότι στις προηγούμενες ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο, γιατί ήθελαν να φάνουν ευάρεστοι στον Ξέρξη, πού παρακολουθούσε τη ναυμαχία, αλλά και γιατί φοβούνταν την οργή του, αν υστερούσαν.

Έτσι, στην αρχή η ναυμαχία ήταν αμφίρροπη και οι Πέρσες κρατούσαν. Τα πρώτα μεν νυν ρεύμα Περσικού στρατού αντείχεν, όπως αφηγείται ο Αισχύλος. Άλλα, όσο προχωρούσε ή ώρα, άρχισε να επικρατεί ή εξαιρετική επιδεξιότης των ελληνικών πληρωμάτων και ή ανώτερη τακτική των Ελλήνων. Και πρώτα στο αριστερό του ελληνικού στόλου, όπου ο χώρος και ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν ευνοϊκότερος για τους Έλληνες.

Γιατί μ' όλο πού οι δυνάμεις των αντιπάλων ήταν, εξ αιτίας της περιορισμένης εκτάσεως του μετώπου, συνολικά ίσες περίπου, δεν ήταν κατανεμημένες στην ίδια αναλογία σε όλα τα σημεία. Έτσι, στο άκρο του μετώπου, κοντά στην Κυνόσουρα, οι μοίρες του ελληνικού στόλου αντιμετώπιζαν ισχυρότερη πίεση, καθώς οι Ίωνες, πού ήταν και ικανότατοι ναυτικοί, είχαν πίσω από τις γραμμές τους ευρυχωρότερα ύδατα και μπορούσαν έτσι γρήγορα και άνετα να συμπληρώσουν τα κενά πού δημιουργούσαν οι απώλειες. Άλλα οι Σπαρτιάτες και οι εμπειρότατοι στο ναυτικό πόλεμο Αιγινήτες, παρά την ισχυρότατη πίεση και τις απώλειες, κατόρθωσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Αναγκαστικά όμως περιορίσθηκαν κατά τις πρώτες ώρες της ναυμαχίας σε αμυντικό άγονα.

Αντίθετα, στο αριστερό της ελληνικής παρατάξεως, όπου βρισκόταν ή ισχυρότατη μοίρα των εκατόν ογδόντα αθηναϊκών τριηρών με τον δαιμόνιο αρχηγό τους, ή εξέλιξη της συγκρούσεως ήταν διαφορετική. Ο Θεμιστοκλής είχε συλλάβει από την αρχή τον επιθετικό ελιγμό, πού θα εξασφάλιζε την ελληνική νίκη. Από τη θέση πού κατείχε, στο αριστερό της ελληνικής παρατάξεως, θα προσπαθούσε να κατανίκησει και να καταδίωξει τα απέναντι του πλοία των Φοινίκων, οπότε θα αποκτούσε τη δυνατότητα να κτυπήσει από τα πλάγια ή και από τα νώτα τις άλλες μοίρες του εχθρικού στόλου και να εξάρθρωσει έτσι το περσικό μέτωπο.

Για την κατανίκηση των Φοινίκων, διέθετε ο Θεμιστοκλής εξαιρετικής αξίας πολεμικό όργανο, την αθηναϊκή μοίρα, με τα ασκημένα και ενθουσιώδη πληρώματα, πού βρίσκονταν μάλιστα υπό τις άμεσες διαταγές του. Και το χρησιμοποίησε άριστα, εφαρμόζοντας επιτήδεια τακτική, προσαρμοσμένη στην τακτική του αντιπάλου, στο περιορισμένο πλάτος του στενού στο σημείο εκείνο και στον άνεμο και στο κύμα πού ξέσπασε.

Ή τακτική των Φοινίκων ήταν κύριος να πολεμούν ρίχνοντας από τα ψηλά καταστρώματα τους βροχή βελών και ακοντίων, καθώς υπερείχαν στο μέγεθος των πλοίων και στον αριθμό των ελαφρών πολεμιστών που επέβαιναν σε αυτά.

Ή αναμέτρηση με αντίστοιχη τακτική ήταν αδύνατη από την πλευρά των Αθηναίων, οι όποιοι σε κάθε τριήρη τους είχαν μόνο τέσσερις τοξότες. Διέθεταν όμως και δεκατέσσερις οπλίτες, και ως προς αυτούς υπερείχαν συντριπτικά. Πλεονεκτούσαν επίσης στη χρήση του εμβόλου. Από τα στοιχεία αυτά προσδιορίστηκε ή τακτική των Αθηναίων.

Τα αθηναϊκά πλοία, εκμεταλλεύθηκαν τον κλυδωνισμό των φοινικικών πλοίων από τον άνεμο και το κύμα, πού είχε ως αποτέλεσμα να αστοχούν τα τοξεύματα, και, ορμώντας εναντίον τους, είτε έσπαζαν τα κουπιά και τα ακινητοποιούσαν, είτε κτυπούσαν τα ίδια τα πλοία με τα έμβολα στα πλευρά. Τότε, ή πηδούσαν οι οπλίτες στο κατάστρωμα των εχθρικών πλοίων και εξόντωναν τα πληρώματα τους ή άφηναν τα πλοία να βυθισθούν από τα ρήγματα που άνοιγαν τα έμβολα. Ύστερα από την καταβύθιση των πρώτων φοινικικών πλοίων και τις βαριές απώλειες των Φοινίκων, πού επακολούθησαν, καθώς συνεχιζόταν ή επίθεση των Αθηναίων, πού είχαν πιθανότατα εξασφαλίσει σε ορισμένο σημείο και αριθμητική υπεροχή με τις μικρές ευκίνητες μέσα στο στενό τριήρεις τους, η πρώτη γραμμή του φοινικικού στόλου αποδιοργανώθηκε και τα πλοία άρχισαν να τρέπονται σε φυγή. Η τροπή αυτή εξασφάλισε στους Αθηναίους μεγάλα στρατηγικά κέρδη, γιατί επέφερε τη γενική κάμψη τού φοινικικού στόλου, με τη σύγχυση πού προκάλεσε και την επέκταση των απωλειών σε πλοία και από συγκρούσεις μεταξύ τους, ιδίως των πλοίων της δεύτερης γραμμής με τα πλοία που έφευγαν. Από τα φοινικικά πλοία άλλα εξόκειλαν στις απέναντι ακτές της Αττικής και άλλα έφευγαν προς τα ανατολικά, καταδιωκόμενα από τους Αθηναίους.

Όταν οι Φοίνικες και οι Κύπριοι πού βρίσκονταν πλάι τους, σύμφωνα με πληροφορία του Διόδωρου, νικήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή, ή ταραχή και ή σύγχυση μεταδόθηκε και προς το κέντρο και το αριστερό του περσικού στόλου, γιατί οι αθηναϊκές τριήρεις, διαθέσιμες τώρα μετά την κατανίκηση των Φοινίκων, άρχισαν την επίθεση στο πλευρό του υπόλοιπου περσικού στόλου και απειλούσαν τα νώτα του.

Ή ναυμαχία εξελίχθηκε τότε ραγδαία σε βάρος των Περσών, επειδή κυρίως οι Έλληνες μάχονταν με σχέδιο και τάξη, ενώ οι Πέρσες τυχαία και άτακτα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος.

Τελικά και ο υπόλοιπος περσικός στόλος, πού είχε συνθλιβεί στην περιοχή του στενού προς την Κυνόσουρα και τη νοτιοανατολική έξοδο, άρχισε να τρέπεται σε φυγή με κατεύθυνση το Φάληρο, ενώ καταδιωκόταν από τον ελληνικό στόλο, και ιδιαίτερα από τους Αθηναίους, πού κτυπούσαν μέσα στο στενό τα πλοία πού αντιστέκονταν ακόμη και τα πλοία πού έφευγαν, καθώς και από τους Αιγινήτες, που είχαν προχωρήσει στην είσοδο του στενού και ενεδρεύοντας εκεί κτυπούσαν τα πλοία πού κατόρθωναν να εκπλεύσουν. Έτσι, όσα περσικά πλοία ξέφευγαν από τους Αθηναίους έπεφταν στους Αιγινήτες. Η καταδίωξη εξακολούθησε, σύμφωνα με πληροφορία του Πλουτάρχου, μέχρι δείλης. Ο όγκος του περσικού στύλου, από οκτακόσια περίπου πλοία, κατόρθωσε να διασωθεί στο Φάληρο, όπου στάθμευσε υπό την προστασία του περσικού πεζικού.

Προς το τέλος της ναυμαχίας, ενώ ο περσικός στόλος φεύγοντας προς το Φάληρο άφησε εκτεθειμένη τη φρουρά πού ήταν εγκατεστημένη στην Ψυττάλεια, ο Αριστείδης, με Αθηναίους οπλίτες από τους παρατεταγμένους στην ακτή της Σαλαμίνος, αποβιβάσθηκε στην Ψυττάλεια και εξόντωσε την απομονωμένη περσική φρουρά. Ο αφανισμός της φρουράς της Ψυττάλειας συγκλόνισε ιδιαίτερα τους Πέρσες, γιατί απαρτιζόταν από ευγενείς, αφοσιωμένους στον Ξέρξη, και εκλεκτούς πολεμιστές.

Κατά τον "Έφορο, οι Πέρσες έχασαν διακόσια πλοία και οι Έλληνες σαράντα. Η αναλογία όμως των απωλειών σε άνδρες ήταν βαρύτερη για τους Πέρσες,, γιατί, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, τα πληρώματα του περσικού στόλου, επειδή δεν ήξεραν να κολυμπούν, χάνονταν μαζί με τα πλοία πού βυθίζονταν, ενώ τα περισσότερα πληρώματα των ελληνικών πλοίων σώθηκαν, κολυμπώντας προς τις ακτές της Σαλαμίνος. Μεγάλο ήταν το ποσοστό και των επιφανών Περσών, Μήδων και άλλων συμμάχων τους που χάθηκαν. Ανάμεσα τους και ο στρατηγός Αριαβίγνης ο Δαρείου, αδελφός του Ξέρξη.

Χαρακτηριστικό εξ άλλου της ελλείψεως αλληλεγγύης ανάμεσα στις μοίρες των διαφόρων εθνών, πού συγκροτούσαν τον περσικό στόλο, και της συγχύσεως πού είχε επέλθει, όταν ή ναυμαχία πήρε κακή τροπή γι' αυτόν, είναι το επεισόδιο της βασίλισσας της Αλικαρνασσού Αρτεμισίας, πού αφηγείται ο Ηρόδοτος. Κινδυνεύοντας από αθηναϊκή τριήρη, δεν δίστασε να επιτεθεί εναντίον συμμαχικού πλοίου, που βρέθηκε κοντά της, και μάλιστα του βασιλέως των Καλυνδέων Δαμασιθύμου, και να το βύθισει, για να σωθεί ή ίδια, ανοίγοντας τον δρόμο και παραπλανώντας συγχρόνως τον Έλληνα τριήραρχο, Ο Οποίος την κατεδίωκε και ο οποίος υπέθεσε τότε ότι το πλοίο της ή ήταν ελληνικό ή περσικό που αυτομόλησε στους Έλληνες, και σταμάτησε έτσι τη δίωξη. Επαινέθηκε μάλιστα ή Αρτεμισία από το Ξέρξη, ο όποιος υπέθεσε, αντίθετα, ότι το πλοίο, πού βυθίσθηκε, ήταν ελληνικό και, όπως λέγεται, θαυμάζοντας, αναφώνησε: Οι μεν άνδρες γεγόνασί μοι γυναίκες, αί δε γυναίκες άνδρες.

Ή ναυμαχία της Σαλαμίνος τελείωσε με θρίαμβο των Ελλήνων. Και ως σήμερα θεωρείται ως μια από τις σπουδαιότερες και τις ενδοξότερες ναυτικές συγκρούσεις της Ιστορίας.

Η σημασία της μάχης

Η σημασία της υπήρξε μεγίστη για τα αποτελέσματα της, ιδίως στο στρατηγικό πεδίο. Προκάλεσε ειδικότερα την κατάρρευση του ηθικού της περσικής ηγεσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκατάλειψει ουσιαστικά τον αγώνα, αν και διέθετε ακόμη στόλο υπερτριπλάσιο σχεδόν από τον ελληνικό. Η νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα εξασφάλισε έτσι και τη γενικότερη νίκη.

Οι κυριότεροι παράγοντες της ελληνικής νίκης στη Σαλαμίνα ήταν :

Το γεγονός ότι οι Πέρσες παρασύρθηκαν να ναυμαχήσουν σε θαλάσσια περιοχή πού είχε εκλέξει Ο αντίπαλος, γιατί παρουσίαζε εξαιρετικά πλεονεκτήματα γι' αυτόν. Η στενότης του χώρου εξουδετέρωνε την αριθμητική υπεροχή του περσικού στόλου και την μετέτρεπε μάλιστα σε μειονέκτημα, ενώ, αντίθετα, ήταν ιδεώδης για τον ελληνικό στύλο. Γι' αυτό ο Θεμιστοκλής, μεγαλοφυής ηγέτης, επέλεξε το στενό για τη σύναψη της ναυμαχίας. Παρασύρθηκαν, εξ άλλου, οι Πέρσες, γιατί είχαν ανάγκη να συντρίψουν το ταχύτερο τον ελληνικό στόλο, ώστε να μπορεί ο στόλος τους να παραπλέει απερίσπαστος τις ελληνικές ακτές, για να εφοδιάζει τον περσικό στρατό και να ενεργή αποβάσεις στα μετόπισθεν των ελληνικών αμυντικών γραμμών. Την ανάγκη αυτή ακριβώς των Περσών εκμεταλλεύθηκε ο Θεμιστοκλής.

Το σχέδιο των Περσών, πού αγνοούσε τον χώρο της ναυμαχίας και τα θαλάσσια ρεύματα του στενού, μαρτυρούσε υποτίμηση του αντιπάλου και εσφαλμένη εκτίμηση των μαχητικών δυνατοτήτων του και των προθέσεων του.

Ή κατάλληλη στρατηγική του ελληνικού στόλου στη ναυμαχία, όπως την συνέλαβε και την εφάρμοσε ο Θεμιστοκλής.

Η ανώτερη τακτική των Ελλήνων, που ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική και συνέβαλε αποφασιστικά στη νίκη, όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του Αισχύλου : Ουδέν γαρ ήρκει τόξα, πας δ' άπώλλετο στρατός δαμασθείς ναίοισιν έμβολαίς.

Τέλος, ο ζήλος και ή ανδρεία όλων των Ελλήνων, πού αγωνίσθηκαν στη Σαλαμίνα. Γενικά, ή ελληνική νίκη στη ναυμαχία της Σαλαμίνος Οφείλεται στην ανδρεία και στον ζήλο όλων των Ελλήνων, πού πολέμησαν σε αυτή, και στη στρατηγική διάνοια του Θεμιστοκλέους. Όπως γράφει ο Πλούταρχος, οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες, ανδρεία μεν και προθυμία κοινή των ναυμαχησάντων, γνώμη δε καν δεινότητι τη Θεμιστοκλέους.

                                Η αναχώρηση του Ξέρξη. Ο περσικός στρατός στη Θεσσαλία

Η ναυμαχία της Σαλαμίνος έκρινε τον πόλεμο μόνο στη θάλασσα. Οι Πέρσες, παρά την ήττα τους, μπορούσαν να επιδιώξουν μιαν αποφασιστική νίκη στην ξηρά. Ήταν βέβαια σχεδόν αδύνατο, τώρα πού έχασαν οριστικά τον έλεγχο στη θάλασσα, να συνεχίσουν την επίθεση και να παραβιάσουν τον οχυρωμένο Ισθμό μπορούσαν όμως να περιμένουν ελληνική αντεπίθεση στη Στερεά Ελλάδα και να ελπίζουν ότι θα την αντιμετώπιζαν νικηφόρα. Μπορούσαν επίσης να επιχειρήσουν με τη διπλωματία τους να διασπάσουν την ενότητα των Ελλήνων και έτσι να υποτάξουν τους Έλληνες χωρίς μάχη.

Ο Ξέρξης απεφάσισε να συνεχισθούν οι προσπάθειες του και στον πολεμικό και στον διπλωματικό τομέα. Δεν έμεινε όμως ο ίδιος να αντιμετώπισει τους Έλληνες, άλλα επέστρεψε στις Σάρδεις, αφήνοντας στον Μαρδόνιο τη διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος. Δεν είναι γνωστό ποιες σκέψεις επέβαλαν στον Ξέρξη αυτές τις αποφάσεις. Ασφαλώς σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ναυτικές αποτυχίες, ιδιαίτερα ή ήττα του στη Σαλαμίνα. Κατά τον Ηρόδοτο, ο Ξέρξης κατατρόμαξε από την καταστροφή του στόλου και σκεφτόταν πώς θα επιστρέψει ασφαλής στη χώρα του. Ίσως φοβήθηκε ανταρσία του φοινικικού και του ιωνικού ναυτικού ή επαναστάσεις των βορείων Ελλήνων (Μακεδόνων και Ιώνων αποίκων) και των Θρακών (που θα κατέστρεφαν τις γέφυρες του Ελλησπόντου), καθώς και των Μικρασιατών Ελλήνων. Τέτοιες επαναστάσεις ξέσπασαν, άλλωστε, στην Όλυνθο και στην Ποτείδαια της Χαλκιδικής. Δεν αποκλείεται, τέλος, να φοβήθηκε μιαν επανάσταση μέσα στο κράτος του, όπως εκείνες της Αιγύπτου και της Χαλδαίας πού τον απασχόλησαν από το 486/5 ως το 484/3 π.Χ. Πράγματι, μια τέτοια επανάσταση ξέσπασε στη Βαβυλωνία τον επόμενο χρόνο και ο Ξέρξης μπορεί να είχε ήδη πληροφορίες ενδεικτικές της καταστάσεως.

Επισήμως πάντως ο Ξέρξης δεν θεώρησε τον εαυτό του νικημένο" αντίθετα, ισχυριζόταν ότι ο κύριος σκοπός της εκστρατείας του είχε επιτευχθεί και ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχίζονταν. Ή στάση του ήταν σύμφωνη με την περσική παράδοση : πάντοτε οι Πέρσες βασιλείς αγνοούσαν τις αποτυχίες και εξυμνούσαν τις νίκες τους, αγνοούσαν την ήττα στον Μαραθώνα και εξυμνούσαν τις επιτυχίες της Νάξου και της Ερέτριας. Έτσι στον τάφο του Δαρείου, ανάμεσα στους άλλους υπηκόους του βασιλέως, αναφέρονται οι Ίωνες της Ασίας και οι ασπιδοφόροι Ίωνες, δηλαδή οι Ίωνες των Κυκλάδων.

Οπωσδήποτε, αμέσως μετά τη Σαλαμίνα, ο Ξέρξης έστειλε τον στόλο του να προστατεύσει τις γέφυρες του Ελλησπόντου και ο ίδιος επέστρεψε στην Ασία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, υιοθέτησε το σχέδιο του Μαρδονίου πού ανταποκρινόταν στις επιθυμίες του, αφού συμβουλεύθηκε τη σοφή βασίλισσα της Αλικαρνασσού Αρτεμισία. ΤΟ σχέδιο αυτό προέβλεπε την αναχώρηση του Ξέρξη και την παραμονή του Μαρδονίου στην Ελλάδα για τη συνέχιση του πολέμου. Έτσι ο Ξέρξης άφησε στην Ελλάδα, κατά τον Ηρόδοτο, 300.000 άνδρες. Με αυτή τη δύναμη ο Μαρδόνιος αποσύρθηκε βορειότερα, στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, όπου ή διαχείμαση και ο επισιτισμός σε φιλικά εδάφη ήταν ευκολότερος.

Ό Ξέρξης έφυγε στην Ασία περνώντας από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Πήρε μαζί του ένα σώμα στρατού το σώμα του Αρτάβαζου, κάπου 60.000 άνδρες, κατά τον Ηρόδοτο, πού τον συνόδευσε ως τη Σηστό. Σύμφωνα και πάλι με την αφήγηση του Ηροδότου, το σώμα αυτό αποδεκατίσθηκε κατά την πορεία προς τον Ελλήσποντο από τις στερήσεις και τον πρόωρο χειμώνα. Στον Ελλήσποντο ο Ξέρξης βρέθηκε μπροστά σε νέα καταστροφή : τρικυμίες και θύελλες είχαν καταστρέψει τις γέφυρες. Ο στρατός, δηλαδή η προσωπική του φρουρά, πέρασε στην Ασία επάνω σε πλοία. Από την Άβυδο ο Ξέρξης πήγε στις Σάρδεις, όπου έμεινε τον χειμώνα, με σκοπό να παρακολούθηση από κοντά τις προετοιμασίες της νέας εκστρατείας πού σχεδίαζε για την άνοιξη του 479 π.Χ. Ίσως μάλιστα να σκόπευε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η κατάσταση όμως του κράτους του ιδιαίτερα μια επανάσταση στη Βαβυλωνία τον εμπόδισε να πραγματοποίησει αυτό το σχέδιο. Και ποτέ Πέρσης μονάρχης δεν θα ξαναπατήσει το έδαφος της Ελλάδος ούτε θα επιχείρησει την κατάκτηση της.

Ο στρατός του Αρτάβαζου, αφού συνόδευσε τον Ξέρξη ως τη Σηστό, πολιόρκησε, κατά την επιστροφή του στη Θεσσαλία, τις επαναστατημένες πόλεις της Χαλκιδικής, "Όλυνθο και Ποτίδαια. Ή τελευταία αντιστάθηκε επί τρεις μήνες και δεν παραδόθηκε. Και το όνομά της χαράχθηκε στον Δελφικό τρίποδα μαζί με τα ονόματα των πόλεων πού πολέμησαν στις Πλαταιές. Τελικά ο 'Αρτάβαζος κατέλαβε την Όλυνθο και κατάσφαξε όλους τους κατοίκους.  

                                                                   Η τακτική των Ελλήνων μετά τη Σαλαμίνα

Η νίκη της Σαλαμίνος δεν είχε για όλους τους Έλληνες την ίδια σημασία. Ενώ απήλλαξε τους Πελοποννησίους από κάθε φόβο αφού πίσω από το τείχος του Ισθμού δεν αντιμετώπιζαν πια το ενδεχόμενο εχθρικής αποβατικής ενέργειας άφηνε τους άλλους Έλληνες που κατοικούσαν βορείως του Ισθμού εκτεθειμένους στη μόνιμη περσική απειλή. Έτσι οι Πελοποννήσιοι δεν έδειχναν καμία βιασύνη να πολεμήσουν αμέσως, ενώ οι άλλοι Έλληνες, με επικεφαλής τους Αθηναίους, φλέγονταν από την επιθυμία για νέες μάχες στην ξηρά και στη θάλασσα, για να απελευθερώσουν αμέσως ολόκληρη την Ελλάδα. Οι Έλληνες, διηρημένοι, δεν επεχείρησαν να εκμεταλλευθούν τη νίκη τους. Στην ξηρά, ο Κλεόμβροτος ισχυρίζεται ότι οι οιωνοί είναι κακοί και αναβάλλει κάθε επιθετική ενέργεια πέρα από τον Ισθμό. Με πρόφαση την έκλειψη του ηλίου της 2 Οκτωβρίου επιτρέπει σε ένα τμήμα πελοποννησιακών στρατευμάτων να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Και στη θάλασσα επίσης δεν επιχειρούν οι Έλληνες τακτική ή στρατηγική εκμετάλλευση της επιτυχίας τους. Ό ελληνικός στόλος δεν προχώρησε πέρα από την Άνδρο. Μόνο ο Θεμιστοκλής είχε ένα επιθετικό σχέδιο. "Όπως λέγει ο Ηρόδοτος, ήθελε να πλεύσει ο ελληνικός στόλος στον Ελλήσποντο, για να καταστρέψει τις γέφυρες του Ξέρξη. Ό U.Wilcken πιστεύει ότι το σχέδιο του Θεμιστοκλέους ήταν ευρύτερο : ο ελληνικός στόλος θα προχωρούσε ως τις μικρασιατικές ακτές, για να προκαλέσει μια νέα Ιωνική επανάσταση, θα απειλούσε τις γραμμές ανεφοδιασμού και την ασφάλεια των Περσών και θα τους ανάγκαζε έτσι να εκκενώσουν αμέσως την Ελλάδα. Αλλά οι Σπαρτιάτες, που είχαν ως δόγμα να αποφεύγουν υπερπόντιες εκστρατείες και ανησυχούσαν ίσως για την ασφάλεια του Ισθμού, αν απομακρυνόταν ο ελληνικός στόλος, ματαίωσαν το σχέδιο αυτό και έγιναν αίτιοι να συνεχιστεί ο πόλεμος σε ελληνικό έδαφος και τον επόμενο χρόνο. Άλλοι όμως ιστορικοί (π.χ. οG.Glotz) πιστεύουν ότι ένα τέτοιο σχέδιο επιθέσεως εναντίον του Ελλησπόντου και της Ιωνίας ήταν αντίθετο με τη στρατηγική του Θεμιστοκλέους μετά τη Σαλαμίνα τον χειμώνα του 480/79 π.Χ. για δύο λόγους : πρώτα, οι πολεμικές επιχειρήσεις στην ξηρά και στη θάλασσα έπρεπε να σταματήσουν εξ αιτίας του χειμώνα (το επιχείρημα αυτό φαίνεται να στηρίζεται και στα λόγια του ίδιου του Θεμιστοκλέους προς τους Αθηναίους). Έπειτα, οι Αθηναίοι και ο Θεμιστοκλής αποβλέποντας στην απελευθέρωση της Κεντρικής Ελλάδος έδωσαν μετά τη Σαλαμίνα προτεραιότητα στις επιχειρήσεις στην ξηρά. Και αυτό αποκλείει, κατά τη γνώμη τους, να συνέλαβε ο Θεμιστοκλής σχέδιο επιθέσεως στον Ελλήσποντο. Το επιχείρημα αυτό δεν φαίνεται πολύ ισχυρό. Ο Θεμιστοκλής μπορούσε να συλλάβει ένα τέτοιο σχέδιο, αν πίστευε ότι μια νέα νίκη στη θάλασσα ή μια υπερπόντια εκστρατεία θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με μια νίκη στην ξηρά. Μόνο ή δυσκολία των ναυτικών επιχειρήσεων τον χειμώνα είναι πραγματικά σοβαρό επιχείρημα εναντίον του σχεδίου του Θεμιστοκλέους. Το σχέδιο αυτό κατά τα άλλα συμφωνεί με τη διορατικότητα του Θεμιστοκλέους. Η ματαίωση του πάλι από τους Σπαρτιάτες ανταποκρίνεται στην παγία πολιτική συνέσεως που ακολουθούσαν.

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, το ελληνικό ναυτικό υιοθέτησε τακτική αναμονής ως το τέλος της ανοίξεως του 479 π.Χ. Έμεινε στη Δήλο προσπαθώντας να παρεμπόδισει τον ανεφοδιασμό του εχθρού μόνο όταν οι Πελοποννήσιοι θα προχωρήσουν στη Βοιωτία, θα μετακινηθούν τα πλοία προς τις ακτές της Ιωνίας. Εν τω μεταξύ ο στόλος θα επιδίωξει την τιμωρία των Ελλήνων των Κυκλάδων που μήδισαν. Ή Άνδρας αμύνθηκε με επιτυχία και απέφυγε την τιμωρία. Η Κάρυστος, που παραδόθηκε, τιμωρήθηκε σκληρά με πρόστιμο.

Τα μνημεία της νίκης

Μετά την τιμωρία των νησιωτών πού είχαν μηδίσει, ο ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε στον Ισθμό. Οι Έλληνες μοίρασαν τα λάφυρα. Οι Αιγινήτες πήραν για την ανδρεία τους τα αριστεία, το πρώτο δηλαδή βραβείο και το μεγαλύτερο μέρος της λείας, και αφιέρωσαν στον Πύθιο Απόλλωνα ένα ορειχάλκινο κατάρτι με τρία χρυσά άστρα. Το δεύτερο βραβείο δόθηκε ίσως στους Αθηναίους. Όλοι μαζί οι Έλληνες αφιέρωσαν στους Δελφούς ένα ορειχάλκινο άγαλμα, ύψους 12 πήχεων, ασφαλώς του Απόλλωνος, πού κρατούσε στο χέρι του ένα έμβολο πλοίου. Αφιέρωσαν επίσης τρεις φοινικικές τριήρεις πού είχαν αιχμαλωτίσει, τη μια στον Ισθμό, τη δεύτερη στο Σούνιο και την τρίτη στη Σαλαμίνα. Για την ατομική ανδρεία το δεύτερο βραβείο δόθηκε στον Θεμιστοκλή. Δεν μπόρεσαν να απονείμουν πρώτο βραβείο, ενώ υπήρχαν τρεις τουλάχιστον υποψήφιοι, ο Αιγινήτης Πολύκριτος και οι Αθηναίοι Ευμενής ο Αναγυράσιος και Αμεινίας ο Παλληνεύς.

Όλες οι πόλεις πού πήραν μέρος στη ναυμαχία φρόντισαν να τιμήσουν τους νεκρούς τους και να απαθανατίσουν τη συμμετοχή τους.

Στην αρχαία πόληοικισμό της Σαλαμίνος (τα σημερινά Αμπελάκια)βρέθηκε το επιτάφιο επίγραμμα των Κορινθίων: Ω ξεΐν εΰυδρον ποτ' εναίομεν άστυ Κορίνθου, νυν δ' άμ' Αϊαντος νάσος έχει Σαλαμίς ένθάδε Φοινίσσας νήας και Πέρσας ελόντες καί Μήδους ιερόν Ελλάδα ρυσόμεθα. Ασφαλώς θα υπήρχαν εκεί οι τάφοι (με επιγράμματα) για τους νεκρούς Σαλαμινομάχους των άλλων πόλεων. Αναμνηστικά ανάγλυφα της εποχής της Σαλαμίνος στην Τροιζήνα αναπαρίσταναν τις αθηναϊκές οικογένειες, που είχαν καταφύγει εκεί. Ασφαλώς για να υπενθυμίζει τη ναυμαχία της Σαλαμίνος καί τις σχέσεις της Τροιζήνος με την Αθήνα, ξαναχαράχθηκε περίπου 200 χρόνια αργότερα το ψήφισμα του Θεμιστοκλέους, μαζί, πιθανότατα, με ψήφισμα των Τροιζηνίων (το ψήφισμα του Νικαγόρα), πού προέβλεπε μέτρα για τη φιλοξενία των Αθηναίων προσφύγων. Στην Αθήνα το Ωδείο του Περικλέους πήρε τη μορφή της σκηνής του Ξέρξη καί τα Αιάντεια πού εορτάζονταν επί πολλούς αιώνες ιδρύθηκαν προς τιμήν του Αίαντος, του Σαλαμινίου ήρωα που βοήθησε, κατά τη λαϊκή πίστη, τους "Έλληνες στη ναυμαχία. Οι Αθηναίοι έφηβοι θυσίαζαν και στον Δία τον Τρόπαιον στη Σαλαμίνα. Ιστορικοί, ποιητές και ρήτορες πάντοτε υμνούσαν τη μεγάλη αυτή νίκη και τη σημασία της. Το σημαντικότερο λογοτεχνικό μνημείο που σώζεται και δοξάζει τη νίκη αυτή είναι οι Πέρσαι του Σαλαμινομάχου Αισχύλου.

 

                                                  ΣΧΕΣΕΙΣ    ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ   ΚΑΙ  ΚΥΠΡΟΥ

 

Ψάχνοντας  στην  κοινή  μας  ιστορία,   ανακαλύψαμε  τρεις  δεσμούς  που  ενώνουν  το  νησί  στο  οποίο  μένουμε, τη  Σαλαμίνα,  και  την  Κύπρο.

Ο  πρώτος  δεσμός  μας  βρίσκεται  στη  Μυθολογία.  Σύμφωνα  με  αυτήν , ο  Τελαμώνας , ο  βασιλιάς  της  ελλαδικής  Σαλαμίνας  είχε  δυο  παιδιά  τον  Αίαντα  και  τον  Τεύκρο.  Όταν  επέστρεψε  ο  Τεύκρος  από  τον  τρωικό  πόλεμο  στη  Σαλαμίνα , τον  περίμενε  ο  Τελαμώνας  οργισμένος  γιατί  δεν  εκδικήθηκε  το  θάνατο  του αδερφού  του Αίαντα  και  τον  έδιωξε  μακριά. Ο  Τεύκρος  έφυγε  παίρνοντας  μαζί  του  λίγο  χώμα  και  πήγε  στην  Κύπρο , όπου  έριξε  το  χώμα  στη  γη  ιδρύοντας  σε  εκείνο  το  σημείο  τη  Σαλαμίνα  της  Κύπρου,  για  να  θυμάται  την  αγαπημένη  του  πατρίδα.     

Ο  δεύτερος  δεσμός  βρίσκεται  στη  σύγχρονη  ιστορία.  Το  1954  όταν  οι  Κύπριοι  αγωνίζονταν  για  την  ανεξαρτησία  τους  από την  αγγλική  κατοχή ,  η  οργάνωση  ΕΟΚΑ  και  ο  Γεώργιος  Γρίβας  Διγενής ζήτησαν  τη  βοήθεια  της Ελλάδας. Τότε  δόθηκε  η  εντολή  στον  Σαλαμίνιο  πλοίαρχο  του  εμπορικού  ναυτικού  Ευάγγελο  Λουκά  γνωστό  με  το  παρατσούκλι  Κουταλιανό  να  πάει  με  το  πλοίο  του  όπλα.  Η  πρώτη  αποστολή  στάλθηκε  το  1954  με  το  πλοιάριο  ΣΕΙΡΗΝ  στην  Χλώρακα  της  Πάφου.  Η  δεύτερη  το  1955  με  το  πλοιάριο  ΑΓΙΟΣ  ΓΕΩΡΓΙΟΣ  .  Αυτή  η  αποστολή  προδόθηκε  στους  Άγγλους  και  τους  προόριζαν  για  εκτέλεση  όταν  ο  Κουταλιανός  τους  είπε  στο  δικαστήριο ότι  ΄΄ΟΠΩΣ  ΒΟΗΘΗΣΑ  ΤΟΥΣ  ΑΓΓΛΟΥΣ  ΤΟ  1940  ΤΩΡΑ  ΒΟΗΘΩ  ΤΑ  ΑΔΕΡΦΙΑ  ΜΟΥ  ΤΗΣ  ΝΗΣΟΥ ΚΥΠΡΟΥ΄΄. Λέγεται  ότι  από  αυτή  τη  φράση  δεν τον  σκότωσαν  και  φυλακίστηκε  για  4  χρόνια  και  μετά  ελευθερώθηκε. Ο  τάφος  του  Ευάγγελου  Λουκά  βρίσκεται  στο  χωριό  που  μένουμε  στα  Αμπελάκια.

Ο  τρίτος   και  πιο  σύγχρονος  δεσμός  είναι  πως  ο  Σαλαμίνιος  καθηγητής   της  αρχαιολογίας  του  πανεπιστημίου  Αθηνών   κ.  Πάλλας   μοίρασε   τα  βιβλία  της  βιβλιοθήκης  του  και  τα  μισά  τα  έδωσε  στη  βιβλιοθήκη  του  πανεπιστημίου  της  Κύπρου  και  τα  άλλα  μισά  στη  βιβλιοθήκη  του  Δήμου  Σαλαμίνας.          

Απόσπασματα από την ΄΄Ιστορία του Ελληνικού Έθνους΄΄ (Εκδοτική Αθηνών)

                                                                                                                                                                                             Μιχάλης Καλλίτσης